1 definition by lechance

Verb
1. to need or to want

2. to need or to want an excess of

3. to have a specific desire, taste, or appetite not always having a relation to food but also to anything else
1. this kid battled for hours on end and he's STILL hungry

2. hungry for more

3. i hunger for your bootaayyy

από lechance 28 Ιανουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×