1 definition by lened

To dig. To be hip to.
"I grok you the most, baby."
"I grok Diz and Monk man."
"Grok this motherfucker." (usually used in combination with middle finger.)
από lened 11 Φεβρουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×