1 definition by logogogue

Top Definition
Characterized by a fear of, or resistance to, new technology.
Bill is far too luddicious to ever get a Facebook account.
#luddite #ludditism #ludditis #troglodite #ned ludd
από logogogue 6 Δεκέμβριος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×