1 definition by mama hen

a class of females that have no sexual morals. They have sex with whoever, whenever; therefore, their goodies are loose.
"hey i wanna get wit nancy"
"Dude, don't you know? She's one of the loosies and has sex with errrrybody"
από mama hen 4 Μάρτιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×