1 definition by manwhorelio

A male who's unleashed himself from the bonds of society; thinking for himself and following his own mental dictates and biological drives. This inherently causes the women around him to fall for him.
That guy's a serious manwhore, he must surf www.manwhore.org all day long!
από manwhorelio 29 Νοέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×