1 definition by master macgyverer

The act of planting ones' hands on the ground and simultaneously propelling ones legs outward in a kicking motion to strike an object with great force
Alex totally macgyvered that backpack.

Dude Carl, keep him distracted while I MacGyver him.
από master macgyverer 5 Μάρτιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×