1 definition by matorobro0107

verb - an empty word with absolutely no meaning used infrequently to sound casual or intelligent in conversation.

It can also be expressed as a root word for a wider usage (opticating, optication, iropticate, interopticate)
Aaron and Michelle should start to opticate more with their friends.

Mrs. Favazza gave us a confusing look when you mentioned opticating earlier.
από matorobro0107 16 Μάρτιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×