1 definition by mbeacon

broad, technical term for guys who are bro-ish, dude-like, or exhibit otherwise man-centric behaviors and attitudes, especially those who use 'dude' and 'bro' incessantly. "Dudebro" is equivalent to "Brodude" in everyday usage.
Guy 1: 'Dudebro'
Guy 2: 'Ya, bro?'
Guy 1 points ->
Guy 2: 'Dude... '
Guy 1: 'Right bro?'
Guy 2: 'Bro...(super long and contemplative pause) ...dude.'
από mbeacon 30 Δεκέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×