1 definition by mddan

adj. The state of getting pwned by the police, whether it's getting pulled over for burning a red at 2am, speeding or getting arrested.
Tyrone got 5-pwned in L.A. for doing 65 in a 64

You give that cop the finger and he's bound to 5-pwn your ass.
από mddan 15 Ιανουάριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×