1 definition by mimer

noun; one who is sausage-shaped and unintelligent
verb; to act like a snausage
adjective; "snausagey" the act of being a snausage
Kallie often acts a filthy snausage
από mimer 22 Ιούνιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×