1 definition by mimzxo

a.)a way of saying owned
b.)a way of saying "to make someone laugh"
a.) guy: dude i totally sleighed that guy at tekken 3!
b.) girl: oh tamara, you were so funny on the netball pitch when you kept dropping the ball! you sleigh me! hahaha!
από mimzxo 29 Οκτώβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×