1 definition by missMarTePants

derived from the word homme, meaning man in French
1. homie
2. a person who takes English, French, or Spanish words and combines them to create a new language (such as, Frenspanglish)
She's my best friend, my hoome, pour vrai ("for real" in French).
Me and my hoome are going to IHOP, P.V.! (P.V. stands for "pour vrai")
από missMarTePants 23 Φεβρουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×