1 definition by mooseface

Moii and Jade decided that bonking means WANKING. We thaught of this word cuz of how the printer woman would say Bonnie. xD
When bob is alone, he bonks over gay porn.
Shut up, im bonking.
I bonked yoor mum.
από mooseface 5 Νοέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×