1 definition by movieman9040

The action of tickling someone so vigorously and relentlessly that they shit themselves from laughter. It is used to humble and humiliate people who hate being tickled.
"If you don't stop singing that stupid song, I'm going to shit-tickle you."
από movieman9040 6 Μάρτιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×