1 definition by mrjsweezy

In parts of Brooklyn and Deep East Texas, a merkin is a unit of measurement in between a smidge and a schmear.
Sweetie, would you like a smidge of honey on your cornbread?
No thank you ma'am but could I get a merkin of jam instead?
από mrjsweezy 28 Ιούλιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×