1 definition by muhnuqqa

The act of laughing, coughing, snorting, etc and having snot and/or other debris fly out from your nose.
"Oh God, I just snoodled everywhere!"

"Watch out, she snoodled on the couch!"

"It's so embarrassing when I snoodle in front of my friends."
από muhnuqqa 2 Αύγουστος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×