2 definitions by neologian

Adjective. Wearing a mosuit (hijab,burka,.., or male equivalents).
Everyone was mosuited in the market.
από neologian 20 Ιούνιος 2011
Noun. Generic term for burka,niqab,hijab,... or male equivalents, so no need to distinguish them.

Also mosuited (adjective), to be garbed in one of the above

By analogy with (Chairman) Mao Suit.
All the women were in mosuits.
από neologian 20 Ιούνιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×