1 definition by nyalias81

to have a seat on a public transportation vehicle taken from the rightful person through side stepping, racing in front or hurdling
Heading home after a long day's work and was seatjacked on the number 2 train.
από nyalias81 3 Δεκέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×