1 definition by onenightstander

an adjective to describe a girl who's beauty and energy makes you dizzy in a positive way. Someone who has a good sense of humor and even better sense of style. Irresistible smile is a must.
When she walked in, we were all hit with a sense of Lizzyness.
από onenightstander 18 Μάρτιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×