1 definition by otterotter

a disgusting creature otherwise known as a 'stinking otter'. previously known as the 'skinny otter'. both names are read in an american accent, with sarcasm to show how much you hate them. otters are the enemy of the beavers, which are much cuter with fluffier fur and rounder bellies.
από otterotter 20 Ιούνιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×