1 definition by pcheeking

(noun)- someone who has early access or is in possession of Google Glasses, and flaunts them around like a jerk.
That Arscott guy keeps showing off his Google Glasses to everybody. What a glasshole!
από pcheeking 17 Μάιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×