2 definitions by pepin!

A person known for great courage, beauty, and selflessness. A beautiful soul looking to give a hand to anyone in need.
Hika enjoys talking to Emily because emily is such a pepin.
από pepin! 1 Απρίλιος 2008
stinch coming from bed, couch, movie theater, or any other spot used for laying/sleeping from too much sleep being taken.
Where is that hika coming from?
από pepin! 1 Απρίλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×