1 definition by pretties

adjective (stey-see)
an all encompassing establishment of bold excellence.
A:Damn, did you try the oatmeal this morning?

B: Ya, man that shit be stacey.

A: Fly fellas won’t be able to keep their hands off of me, I’m lookin’ stacey tonight.
από pretties 14 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×