2 definitions by randomstoner

Noun::one who picks his nose so much it bleeds at random times.

Howard, quit bein a slickpickin

verb: Ew, look Howards slickpicken!
από randomstoner 15 Μάιος 2003
a cigarette
Can I bum a rad?
από randomstoner 15 Μάιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×