1 definition by rdbrewer4

1. A barrier (usually temporary) that exists for no reason. 2. A barrier erected for political reasons.
"Dude, Obama barrycaded the park."

"Hey, let's put up some barrycades to keep those World War II veterans away from the open-air World War II Memorial in Washington, D.C., in order to try and score some cheap political points."
από rdbrewer4 6 Οκτώβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×