1 definition by relisher100

Top Definition
To fully indulge in ANYTHING
"Did you see her?!? She was RELISHING in that cheeseburger"

"You better RELISH in your summer vacation"

"He RELISHED in flirting with 5 girls last night"
#indulge #relishing #relisher #relished #wallow
από relisher100 25 Νοέμβριος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×