1 definition by rewm

(adj.). Something distinctly characteristic of a certain person.
Person A: Did you hear Mike got drunk last night and had sex with some ugly chick?
Person B: Oh, man, that is vintage Mike.
από rewm 21 Απρίλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×