1 definition by riceandpea

Verb: To smarm (someone)

To pull a face that is overtly and knowingly smarmy.
'Did you just smarm me?'

'I just smarmed that girl. She wasn't happy.'

A smarm is usually employed when someone has told you something that they believe is interesting. You can show your disdain for this person by smarming them.
από riceandpea 27 Ιανουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×