2 definitions by roahboah

A very large amount, i.e. untold billions.
I told Greg that Jaycee had slept with a kabillion people, but he hooked up with her anyway and got chlamydia.
από roahboah 6 Οκτώβριος 2003
To pull down or take off one's pants (short for 'drop trousers').
Tony got us arrested when he decided to drop trow at the Abercrombie & Fitch counter.
από roahboah 6 Οκτώβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×