1 definition by rock climber

a rock climbing technique for climbing wides cracks (4 inches to 8 inches wide, aka "off-widths") developed in the late 1970's and early 1980's by climbers Randy Leavitt and Tony Yaniro.
The rock climber used leavittation to negotiate the off-width crack.
από rock climber 5 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×