1 definition by rrrrrramon

Eli
(ē-lie) see: God
To Eli I cry aloud,
and he answers me from his holy hill.
I lie down and sleep;

I wake again, because Eli sustains me.

Psalms 3:4-5
από rrrrrramon 6 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×