1 definition by samiam12billion

Verb form of the noun kabob (cubes of meat (as lamb or beef) marinated and cooked with vegetables usually on a skewer), often used comically when saying one has done something(sometimes randomly in place of other verbs).
Man, you really kabobed that test (used in place of messed up, or screwed up).
από samiam12billion 15 Μάιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×