1 definition by savetheclocktower

An onomatopoeic "in your face." Originally the sound of a slam-dunk in basketball -- the "boom" being the dunk, and the "shakalaka" being the rattling of the backboard.
Pippen over to Grant ... he shakes and bakes ... to the basket ... BOOMSHAKALAKA! (NBA Jam announcer)
από savetheclocktower 28 Ιούλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×