1 definition by sbflo

~verb~

1. Experiencing something for a short period of time.

2. An act for the moment
I thought that I was getting sick, but it was momental stress.

To avoid any momental delay, please form a single straight line.
από sbflo 4 Ιούνιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×