1 definition by scumbagk

When something isn't working, or messes up. Can also replace the 'F' word when used to express annoyance or frustration.

Also applicable: borking, bork
"Man, my computer keeps borking up!"

"The whole project was borked, so I had to start over."

"What the bork are you doing?"
από scumbagk 25 Δεκέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×