1 definition by sea_gunner

Restless, antsy (2). Specifically, eager to leave or go home. Possibly referring to "packing one's trunks."
Toward the end of my semester abroad I was getting pretty trunky. All I could think about was going home.
από sea_gunner 30 Μάρτιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×