2 definitions by sex bomb

Verb: To engage in sexual activity with a certain (hopefully mad sexy) individual
"Everyone wanted so badly to get on Suzanne because she was so damn fine."

"Damn that boy has a nice ass, I'm going to get on him tonight"
από Sex Bomb 24 Φεβρουάριος 2005
cool band
από sex bomb 12 Οκτώβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×