1 definition by shockerr

slow creep: The phrase "slow creep" is used when one gets high off of crippy, and the high slowly creeps up on you.
Janine sat listening to music after smoking her last joint.
as the song ended, she suddenly realized that the slow creep was now full blown; she was baked.
από shockerr 16 Απρίλιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×