1 definition by solitary man

The act of having a member of the opposite sex, who you invited over to spend the night with you, to sleep alone in your bed while you sleep on your sofa.
The poor girl went without and was chiassoned again.
από solitary man 24 Μάρτιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×