1 definition by speedophile

/noun/ A slang term for over-sized breasts on a male human (someone who suffers from gynecomastia).
Boris - Christ Serge, you need to lay off the lager and trans fats, you're getting a nasty set of Jessops under that roll-neck sweater.

Serge - Fancy a good hard tit wank fella?
από speedophile 5 Σεπτέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×