1 definition by spo jboovdfmmj

1) weak or impotent cannabis or dirt weed; 2)something of exceptionally poor or low quality which is generally looked down upon.
1) Tom refuses to buy or smoke schwag weed - he only likes kind bud.

2) The people joked that Tom has a schwag car, but little do they know he is planning on buying a new Audi next week.
από spo jboovdfmmj 28 Μάιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×