1 definition by ss_vash_stampede@yahoo.com

1. Lacking passing grades in elementary english and spelling.
2. The art of mutilating every attempt at written english language.
The gusiness boy scolded the gusiness guinea pig getting great gusiness gumption.
από ss_vash_stampede@yahoo.com 2 Δεκέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×