1 definition by suela autla

A guy with a beer gut who walks around with it bulging out of encrusted towel, who also sports a long toilet-blonde mane of hair, which he constantly runs his fingers through.
EW! Look at beergutlionmane walking around naked again.
από suela autla 8 Νοέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×