1 definition by the witty professor

to come at something fast. To dart and to gyrate at the same time. jart is spelled with a "J" because if spelled with a "G" it wouldn't sound the same
That seed justjarted at my forehead!
από the witty professor 28 Απρίλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×