1 definition by torbach

spank·ti·mo·nious \ˈspaŋk-tə-ˈmō-nē-əs, -nyəs\ - adj.
Feeling graced/superior by making claims to never masturbate, typically accompanied by insinuating others should not.
The women proselytized her spanktimonious gospel against the sin of indulgence by masturbation; "It is procreation not recreation!"
από torbach 1 Σεπτέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×