1 definition by twinkluver

Twink or twinkie is a gay slang term describing a young or young-looking gay man (usually white and in his late teens or early twenties) with a slender build, little or no body hair, and no facial hair.
Tommy Anders is such a twink!
από twinkluver 18 Μάιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×