1 definition by tyhm

jandle;

An object that could act as a handle;
and
an object which could also be used to jab or poke something.

A Phallus is an example of a jandle.

"You can't handle ma jandle bitch."

"I stabbed my pick into the rockface to make a handy jandle."
από tyhm 24 Απρίλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×