1 definition by vita64

twee-puls-iv, adjective: Overly precious and cloying, as in the case of certain Zooey Deschanel facial tics.

As published in Vanity Fair
“No Rain” is actually a great song, even though it inspired the iconically tweepulsive Bee Girl video.
από vita64 3 Μάρτιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×