1 definition by wildavjr

n (prank): the act of cumming in a person's face-up hand while they sleep and proceeding to tickle their face, causing them to high five their face with a handful of dick spit.
The reason Kelly and I broke up is because of the semen tickle I pulled on April Fool's Day. Still funny.
από wildavjr 25 Φεβρουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×