1 definition by willy money

Birdbath. (Verb)

- The act of pulling out, mid - coitus, and ejaculating on you partner's back; specifically, the dimples of the back, therefore creating a "bird bath" effect.
"totally gonna birdbath that girl tonight!"

"Look, I'm sorry, I actually don't have a condom on me...do you mind if we birdbath it?"
από willy money 8 Σεπτέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×